Η ποιητική σύνθεση του Ιωάννη Ν. Κυριαζή με τίτλο
«η παραφορά του Ερωταφίου»
συνιστά μια ποιητική αμφιταλάντευση ανάμεσα στο θείο
και στο ανθρώπινο πάθος,
μια αντικατάσταση του νεκρού θεού με το νεκρό έρωτα,
ένα θρήνο για την κάθε μικρή εβδομάδα των ανθρώπων
που σηκώνουν το σταυρό των ανεκπλήρωτων επιθυμιών τους.
Η ποιητική μυθοπλασία του έργου εκτυλίσσεται
στη διάρκεια της Μεγάλης Παρασκευής,
«μιας μέρας που μεγεθύνει τις απώλειες μέσα μας»,
όπως λέει ο ποιητής.
Κι αν το θείο πάθος συνοδεύεται από την Ανάσταση,
το ανθρώπινο φαίνεται πως είναι καταδικασμένο
να βρίσκει τη λύτρωσή του σ’ αυτήν
τη «μοναδική παραφορά του Ερωταφίου».
ΕΓΚΩΜΙΟ Α΄
Η ζωή εν τάφω, έρωτά μου νεκρέ,
στο ανθισμένο σεντόνι της άνοιξης
το κορμί μαραμένο απόθεσες.
Η ζωή, πώς φεύγει; και κανέναν ποτέ
από κάτω δεν είδα ν’ ανέβηκε.
Των μνημάτων με τυφλώνει το λευκό;
Ω θνητέ, αντέχεις το Θεό να πενθείς
μα για σένα κανένας αθάνατος
δε θα κλάψει στον τάφο σα θα μπεις…
Βασιλιά της λύπης, Έρωτά μου, πετάς
απολιθωμένα τριαντάφυλλα
μες στου Άδη- για να σκίσεις- την κοιλιά.
Του μυαλού η τρέλα, του κορμιού ο σπασμός,
χορηγέ της πνοής μου, άπνους φαίνεσαι,
φιλημένος απ’ τα χείλη των νεκρών.
Οι νεκροί στο μνήμα, κι εσύ μες στους νεκρούς…
πιο βαθιά να σε θάψουν δε γίνεται.
Δυο καρδιές που ματώνουν την άβυσσο.
Πασχαλιές που ανθίζουν, μαραμένες ψυχές:
ποιες μοσχοβολούνε , λέτε, πιότερο;
Των ερώτων μας ο πόνος ιερός.
Τη ζωή ποιος θέλει, σαν ο πόθος δε ζει;
Ποιος και ποιον και πού θα ερωτεύεται;
Αφού όλοι ήδη είμαστε κανείς…
Ποιος, ζωή πια δίχως, ποιος, ανάσα χωρίς,
απ’ τα πλήθη των νεκρών που σε πίστεψαν
να σου δώσει το φιλί, αχ , της ζωής;…
Οι καρδιές πώς σπάγαν…,για να σμίξουν μαζί,
κι απ’ τη γη αποσπώνταν να γίνουνε
δορυφόροι στο δακτύλιο του Παντός.
Ναι , νεκρή αγάπη, όχι τ’ Άδη οχυρό,
δεν μπορεί να με διώξει το σκότος σου
να μην κλάψω ό,τι χάρηκα στο φως…
Άνοιξη θα είναι που θ’ ανοίξει η γη
κι όσοι έως θανάτου αγάπησαν
θα ξανα-αγκαλιαστούνε ζωντανοί!