- 2022
Όταν έσυρα την πόρτα
να δω στ’ αλήθεια
πώς μοιάζει ο Παράδεισος
αντίκρισα αλλοτινά πουλιά
να πετούν μεθυσμένα
πάνω απ’ τη γύμνια σου.
Κι ούτε που ντράπηκες ποτέ
για το πέταγμά τους
ούτε που νοιάστηκες ποτέ
για τα φτερά
που σαν αμέριμνα πούπουλα
έραιναν τον ύπνο σου.
Σου ψιθύρισα στ’ αυτί
πως είναι ωραία κι επώδυνα·
γι’ αυτό θα μείνω.
Και πήρες χώμα απ’ το πλευρό σου
κι έπλασες δυο κουπιά.
Στάθηκα τότε στην ακτή·
σε κοιτούσα.
Ο κήπος έγινε ποτάμι
κυλούσε —λένε— μακριά
σ’ εποχές που δεν ήρθαν.
Κι είπα να μπω στα νερά
το περιτύλιγμά μου ήδη λυμένο
σαν τσόφλι αυγού ανοίγω ρωγμή
—το σώμα γεννά πεταλούδες.
Μα οι σκέψεις αρχίζουν
ν’ αναμασούν τα φτερά τους·
άλλες δεν αντέχουν το βάρος
ζαλισμένες βουτούν μες στους βάλτους·
οι πιο μικρές —βλέπουν τη συντριβή—
πάνε και κρύβονται στα πεύκα.
Ας το καλύτερα, λέω στο τέλος,
αλλάζεις κι εσύ πλευρό
—είναι και καλοκαίρι—
όσο να πεις κολλάς μ’ αυτήν την υγρασία.
Δέρμα ρυζόχαρτο, Ενύπνιο, 2022
