Στο όνειρο αυτό έχει ψύχρα. Είναι Νοέμβριος και σκοτεινιάζει. Ο πατέρας μου φοράει φλοράλ πιζάμες. (δεν τις έλεγε πιζάμες αλλά πιτζάμες. Τις χόντραινε τις λέξεις πάντα, κι ας ήξερε πως με ενοχλούσε.) Τον ακολουθώ από μικρή απόσταση, γνωρίζοντας ότι βρίσκομαι σε όνειρο. Παραπατάει και τον στηρίζω. Τον βάζω στο κρεβάτι του. «Γιατί δεν άλλαξες πιζάμες;» τον ρωτάω, «δεν είναι βρόμικες, αυτές;». «Άλλαξα πιτζάμες, όμως» μου λέει χαιρέκακα. Δίνω τόπο στην οργή. «Διάβασα το βιβλίο σου, δεν μου άρεσε. Ποίηση χωρίς ομοιοκαταληξία και μέτρο...δεν είναι ποίηση» μου λέει. Με κοιτάει προκλητικά. «Έτσι είναι η σύγχρονη ποίηση, μπαμπά» του λέω, χωρίς ομοιοκαταληξία και μέτρο». «Η σ ύ γ χ ρ ο ν η η ποίηση, στροφή χωρίς οδό και η π ι τ ζ ά μ α μου η φλοράλ, ρούχο δίχως ανθό». Ξεκαρδίζεται. Τον ακούω να γελάει ακόμα, ενώ κοιμάμαι και προσπαθώ να ξυπνήσω.
Νοέμβριος 2021
40 εμπύρετα όνειρα, Κίχλη, 2024
