Διότι τώρα τελευταία, ότε επηγαίνομεν εις τους Δελφούς, είμεθα υποχρεωμένοι να βλέπωμεν όλα αυτά, οικίας κατεστραμμένας, τείχη κρημνισμένα, χώραν ερημωμένην ....
Δημοσθένους Περί της Παραπρεσβείας, Μτφρ. Κ.Θ. Αραπόπουλος
Κι έτσι όπως έμπαινες στην πόλη βλέπεις την πινακίδα και εισέρχεσαι περνάς το τούνελ αναπνέοντας, αγριογούρουνα ίπτανται, αλυσίδες σκύλων περασμένες σε μαύρες ρόδες και φαντάσματα ουραγών του τέλους που θυμούνται. Τα σπλάχνα της γιορτής που εφηύρε το πάθος του ανάκλιντρου και του σταφυλιού. Προς άγραν μιας μεγάλης σημασίας κόβεις βασιλικό να τον μυρίσεις περιμένοντας κάποτε μια υπερπόντια συντροφιά. Καθώς προχωράς κι ενώ είσαι στην αρχή της διαδρομής ακόμη, φέρεις απάνω σου δεντρογαλιές και πλάσματα οικτρά του Αχέροντα σαν σε ρωτούν για τον χρησμό που μίσησες από την κούνια. Δάδες πορφυρές και αίματα λυγάνε στα ποτάμια ενώ το μάτι του θεού σε ταλανίζει. Μην τρως όλες τις ρόγες τις πεσμένες σκάψε μόνο βαθύτερα να πιάσεις το νερό του ποταμού, να σε αδράξει η πέτρα απ’ τη φωνή του κόρακα, να πέσεις· και ύφανε μια οχιά όμορφη από δέρμα μίσωνα και άλλα πλάσματα, άγγελέ μου. Φέρε τη μέρα που θα σε διασχίσουν οι δρόμοι της Στυλίδας οι πανάσχημοι, πιο χαμηλά απ’ τη θάλασσα, ακουμπώντας στο διάσελο του βουνού η απίσχναση, μα τι όμορφες οι λέξεις, κρημνίζονται χωρίς σκοπό από τη γέφυρα τα φώτα που λαλούν σαν πετεινάρια του χωριού και του λόγγου. Αναβρασμός, τι να ναι αυτά μεσούντως του θανάτου, μην υποχρεώνεσαι. Μηρυκάζεις όρνεα και πάλι όρνεα που τρώνε σωθικά, η μορφή σου καθαγιάζεται και ξεπροβάλλει δια βίου κεκραμένου, εύγευστου μα νερουλού. Στις πιάτσες της Ομόνοιας μεταναστεύουν ξένοι ή μετανάστευαν τουλάχιστον στα χρόνια σου για στέγη, ήμαρτον κύριε, τι στέγη. Χάνονταν μετά στην πιο μακριά Στυλίδα όρθιοι αναχωρήσαντες ύφαλοι εκ του λιμένος, μυαλά σκορπισμένα με χρήμα στα χέρια σκορπισμένο κι αυτό, και στο Πεδίον του Άρεως -να μπήκε πάλι η λογική- κι αφού στρογγυλοκάθισε- θυμήθηκες όσα ζήλεψες γνωρίζοντας πως δεν αξίζουν, πέτρες από χρυσάφια που έπεσαν πάνω από άλογα κι ούτε κανείς τις έψαξε -ας είναι. Ανέβαινες ανηφοριές ποτάμια, κυρίως τέτοια, και είδες κάτι ξεκούδουνες ιτιές να κρέμονται σαν σάλια κάτω απ’ τους ημίθεους. Σαρκοβόρα σταφύλια που ροκάνιζαν τα πτώματα μ’ επιμονή, και σγούραιναν τα μαλλιά σου, όλο σγούραιναν. Κι έπειτα ήρθαν οι καρακάξες να σου σφυρίξουν στο αυτί, τι σ’ ένοιαζε εσένα; Μυδράλια και μυδραλιοβόλα πηγαίνοντας και πέρναγες τα τούνελ, πάντα από πάνω η θάλασσα, μα τι σκιές αγγέλων και παιδιών! Τόσα σκοτάδια στη Στυλίδα πριν φτάσεις Θερμοπύλες για κάποιο πάντα λόγο, όχι βεβαίως τον σωστό, θυμόσουνα τον Φίλιππο. Σηκώνονταν τότε ουράνια σώματα μαυροντυμένα από καπνιά και ο ήλιος επέμενε στην ώρα. Τι να τα κάνεις όλ’ αυτά, τα κρημνισμένα άλογα; Πού να τα θάψεις;
Επιμέλεια: Μάνια Μεζίτη